Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Παγωμένοι

Ξύπνησε και ήταν παγωμένη. Πάνω στο πλοίο υπήρχαν μονάχα οι τελευταίες καμμένες σανίδες σωτηρίας. Παράξενο. Θα έλεγε κανείς πως αφέθηκαν επίτηδες εκεί. Ο καπετάνιος της ούρλιαξε να φύγει από εκεί, την αποκάλεσε τρελή, αυτοκαταστροφική. Με ζήλο. Λες και νόμιζε πως ήταν ο μοναδικός που της έιχε πετάξει κατά πρόσωπο ανάπηρες λέξεις. Ήταν παγωμένη. Μα δεν κρύωνε. Τη δρόσιζε το ζεστό από τα μάτια της αίμα, το οποίο σταδιακά πάγωνε από τον αέρα σχηματίζοντας χαίνουσες πληγές από σκουριασμένη λάμα στο προσωπό της. Είμαι στη βάρκα. Μην ανησυχείς. Ονειρεύομαι. Είμαι ασφαλής. Όταν οι σκέψεις της τελειώσαν, παρατήρησε πως κι άλλοι κατέβαιναν από το πλοίο. Ήταν όλοι τους παγωμένοι. Για πάντα.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Η κοιλαδα του (ψ)αιματος

Ο γκρεμος. Η θαλασσα. Οι φωνες. Που βρισκομαι? Ουρλιαζω και προσπαθω να συγκεντρωθω. Ξανα και ξανα και ξανα. Περπαταω μπρος τα πισω. Το πισω που λεγεται Φοβος. Και παλι μπρος. Το μπρος που λεγεται Ταραχη. Και σταματαω. Ο γκρεμος. Μεγαλος. Βαθυς. Χωρις τελος. Θα μπορουσα να πεφτω αιωνια να ουρλιαζω αιωνια και ομως να μην πονεσω ποτε. Δε μπορω. Δε μπορω να δεχτω οτι δεν υπαρχει τελος. Η θαλασσα. Ετοιμη να με πνιξει. Αποφασισμενη να με σκοτωσει. Διαθεσιμη για τον υγρο μου ταφο. Κελι. Χωρις κλειδι. Χωρις επιστροφη. Χωρις ανασα. Εκει. Πεθαινω. Οι φωνες. Που εισαι? Που εισαι? Γιατι? Γιατι εφυγες? Γιατι? Ειμαι εκει. Εκει που με αφησες. Να αιμορραγω. Εκει. Περιμενω εκει. Μια σωτηρια. Ενα ψεμα. Μια αληθεια που μοιαζει με ψεμα. Ενα ψεμα, ντυμενο σαν μια αληθεια. Κατι. Εναν εφιαλτη να με ξυπνησει. Ενα ονειρο να με κοιμησει. Μια εικονα.
Πεφτω. Τελειωσε.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Χ.Π

Μια εποχη πεθαινει, κ ενω αφηνει την τελευταια της πνοη, αναποδογυριζει το τραπεζι των αναμνησεων, και το σιγοκαιει στο μεθυστικο οξυ των ψευδαισθησεων. Καμια εποχη ομως, οσο δυνατη και αν ειναι, οσα χρυσα φυλλα και αν γεννησει, οση ομορφια και αν τυλιξει σ΄ενα πεπλο βουβου πονου δεν ειναι ικανη να φερει πισω εσενα. Γι'αυτο και δεν μπορω να σε ταυτισω με καμια εποχη. Η ανοιξη δεν παιζει με σκιες, το καλοκαιρι εξαφανιζει καθε υποψια μνημης το φθινοπωρο ουτε κατα διανοια δεν αγγιζει την μελαγχολια σου και ο ιδιος ο χειμωνας δεν ειναι ικανος να ξεπερασει την τελεια σχεδον παγωνια που εκπεμπει το προσωπο σου. Το βλεμμα. Που πλεον ειναι ξενο. Ξενο και ανικανο, η αδυναμο να επεξεργαστει να νιωσει, να εισχωρησει. Αποφασισμενο να αδιαφορησει.
Εις ατοπον απαγωγη τα τεκμηρια της απουσιας σου. Ομως καμια θεοτητα δεν μπορει να αντικαταστησει την ειδωλολατρεια του μυαλου. Και κανενας πονος, τοσο βαθυς δεν εξαφανιζεται με γραμματα-συγχωροχαρτια.
Μια λογική που (τ)ελειωσε...

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Τηλεγραφημα

ΣΤΟΠ. Κοιταξα τη λεξη προσεκτικα με καποια δυσπιστια. Το τελευταιο γραμμα με κοιτουσε ειρωνικα, με κοροιδευε, κοιτα μου ελεγε εχασες. Καιρος να φυγεις. Και να παω που? Σε αλλη γραμμη μαλλον. Σε αλλο κενο περιθωριο, σε αλλο πενταγραμμο με αναλφαβητες νοτες, φαλτσες. Ποναω. Το ιδιο Π του Πονου, της αΠουσιας, της αΠομακρυνσης, της αΠατης, του Ποτε και του Παντα... . ΣΤΟΠ.
Δεν θα απαντησει κανεις σ αυτο το τηλεγραφημα? Εγω το εστειλα. Περιμενοντας μιαν απαντηση την οποια -φυσικα- την ηξερα παντοτε. Μια εντονη αηδια, ενα πνιξιμο σαν οξυ καιει τον εγκεφαλο μου, τον λαιμο μου τους πνευμονες μου...ΑΕΡΑ! Χρειαζομαι αερα...Αερα αληθινο οχι τον δανεικο που καιγεται ασφαλως στις ουσιες που με τρεφουν καθημερινα. Υποκριτικο. Χρειαζομαι αερα...ΣΤΟΠ.

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

Απολογια 02

Περπατω σε ενα χρονο που δε θυμαμαι αν τον μετρα κανεις. Εχω χρονια να δω ρολογια. Αυτες τις κυκλικες αποστασεις που φτυνουν περιπαιχτικα τον αριθμο 360 εως οτου να αντιληφθουμε πως ειναι μερα και τα ματια απαγορευονται να ναι ανοιχτα. Καποιος μου ειπε πως αν κοιταξω τον ηλιο θα δω χιλιαδες μικρες ακτινες φωτος να χορευουν, να γελανε να σχεδιαζουν την επομενη μεγαλη πραξη, το νεο ελευθερο πια ολοκαυτωμα. Εγω κοιταξα, ομως δεν καταλαβα τιποτα αλλο παρα μια δυσαρεστη αισθηση, να, σαν να μου ελιωναν τα κοκκαλα. Ας ειμαστε ρεαλιστες, μου ελεγες, και εγω ακομα δε ξερω πως. Κοιταζω το ταβανι και τα ποδια μου ειναι εκει ενω το κεφαλι μου, κομμενο, παραπεταμενο σε μια γωνια ενος κυκλικου δωματιου λεει μελαγχολικα ιστοριες στους κοκκους σκονης που ειναι προθυμοι να ακουσουν. Εζησα στην ανυπαρξια. Δεν επραξα σωστα, πουθενα. Το λαθΩς κυριοι δικαστες, το λαθΩς, αυτο με εκανε να θελω να φυγω, να ζησω στον αερα (ποιος θα με βλαψει εκει, εξαλλου?)