Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Παγωμένοι

Ξύπνησε και ήταν παγωμένη. Πάνω στο πλοίο υπήρχαν μονάχα οι τελευταίες καμμένες σανίδες σωτηρίας. Παράξενο. Θα έλεγε κανείς πως αφέθηκαν επίτηδες εκεί. Ο καπετάνιος της ούρλιαξε να φύγει από εκεί, την αποκάλεσε τρελή, αυτοκαταστροφική. Με ζήλο. Λες και νόμιζε πως ήταν ο μοναδικός που της έιχε πετάξει κατά πρόσωπο ανάπηρες λέξεις. Ήταν παγωμένη. Μα δεν κρύωνε. Τη δρόσιζε το ζεστό από τα μάτια της αίμα, το οποίο σταδιακά πάγωνε από τον αέρα σχηματίζοντας χαίνουσες πληγές από σκουριασμένη λάμα στο προσωπό της. Είμαι στη βάρκα. Μην ανησυχείς. Ονειρεύομαι. Είμαι ασφαλής. Όταν οι σκέψεις της τελειώσαν, παρατήρησε πως κι άλλοι κατέβαιναν από το πλοίο. Ήταν όλοι τους παγωμένοι. Για πάντα.